Αρχική δημοσίευση: Δίκη Αμπελοκήπων: Η αγόρευση της εισαγγελέα και η πρότασή της για τις ενοχές και απαλλαγές - omniatv
Η εισαγγελική αγόρευση στη δίκη για την υπόθεση των Αμπελοκήπων, σήμερα, Τρίτη 21 Απριλίου, κατέληξε στην πρόταση για ενοχή της Μαριάννας Μ. και της Δήμητρας Ζ. για συγκρότηση και ένταξη σε «τρομοκρατική οργάνωση» του άρθρου 187Α του Π.Κ. και για κατασκευή εκρηκτικού μηχανισμού και κατοχή όπλων στο πλαίσιό της, ενώ για τη Μαριάννα Μ. πρότεινε επιπλέον και την ενοχή για την έκρηξη και διακεκριμένες φθορές. Για τους τρεις υπόλοιπους συγκατηγορούμενους (Δημήτρη Π., Νίκο Ρωμανό και Α.Κ.) πρότεινε την απαλλαγή τους από όλες τις κατηγορίες για τις οποίες έχουν περάσει ήδη 17μιση μήνες προφυλακισμένοι.
Η αγόρευση ξεκίνησε με την εισαγγελέα, Αλεξάνδρα Πίσχοινα, να μιλά από τη μία για μια «καθόλα υποδειγματική διαδικασία» και για δικαστήριο που υπηρετεί «την αναζήτηση της αλήθειας», ενώ από την άλλη, προανήγγειλε ότι πρόκειται για μια «πολύ δυσχερή υπόθεση». Με αυτόν τον τρόπο, επιχείρησε να θωρακίσει εκ των προτέρων την πρότασή της, παρουσιάζοντας ό,τι θα ακολουθήσει ως μια αντικειμενική ανάγνωση.
Η εισαγγελέας με μια μακρά ερμηνευτική ανάπτυξη του 187Α, επιδίωξε να περιγράψει πρώτα ένα ευρύ νομικό πλαίσιο και κατόπιν να εντάξει μέσα σε αυτό τα γεγονότα. Ιδίως η αναφορά της στη νομολογιακή (δηλαδή των αποφάσεων προηγούμενων δικαστηρίων για παρόμοια κατηγορητήρια) πρακτική είναι αποκαλυπτική: η έννοια της τρομοκρατικής πράξης δεν αντιμετωπίζεται ως στενά οριοθετημένη, αλλά ως πεδίο ερμηνευτικής διεύρυνσης. Η επισήμανσή της ότι αρκεί η τρώση του κύρους της πολιτείας ως εγγυήτριας της ασφάλειας ή η πρόκληση της αίσθησης ότι το κράτος αδυνατεί να αποτρέψει τέτοια γεγονότα, όπως μια έκρηξη, δείχνει ακριβώς ότι θεωρεί πως δεν χρειάζεται ένας σαφώς προσδιορισμένος πολιτικός στόχος ή ένα ρητά διακηρυγμένο σχέδιο ανατροπής. Αρκεί η πρόκληση «κοινωνικής αναστάτωσης», «ανασφάλειας» και συμβολικής αμφισβήτησης της κρατικής ισχύος.
Ενοχοποιητικά στοιχεία οι κοινωνικές και πολιτικές σχέσεις
Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η περιγραφή της «οργάνωσης» εκ μέρους της εισαγγελέα. Επισήμανε ότι, σε αντίθεση με το 187, στο 187Α δεν είναι αναγκαία μια κλασική ιεραρχική δομή. Αρκεί μια ομάδα τριών ή περισσότερων προσώπων με δομή, διάρκεια και κοινό σκοπό, ακόμα κι αν αυτή η δομή είναι «οριζόντια». Έτσι, απάντησε προκαταβολικά στο προφανές πρόβλημα ότι δεν περιγράφεται ένα σχήμα με εμφανή αρχηγό, εντολές και βαθμίδες. Αντί να θεωρήσει αυτό το κενό αδυναμία της κατηγορίας, το μετέτρεψε σε σύμφυτο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου τύπου οργάνωσης, περιγράφοντας χαρακτηριστικά όπως «ιδεολογική ταύτιση», «άτυπες ιεραρχίες», «δυσδιάκριτα όρια ανάμεσα σε καθοδηγητή και μέλος». Με δυο λόγια, αντιστρέφει τη λογική της έλλειψης κλασικής οργανωτικής εικόνας σε επιβεβαιωτική της κατηγορίας, αλλάζοντας ακόμα και την έννοια της λέξης «οργάνωση», για την οποία μίλησαν με ειλικρίνεια μάρτυρες υπεράσπισης που έχουν καταδικαστεί για την ένταξή τους σε οργάνωση.
Στη συνέχεια, πέρασε στην αφήγηση των πράξεων με αυστηρά χρονολογική σειρά. Και εδώ χρησιμοποίησε μια δεύτερη βασική τεχνική: τη μετατροπή της χρονικής αλληλουχίας σε απόδειξη συνάφειας. Η φιλική και πολιτική εγγύτητα των τριών προσώπων (δηλαδή του νεκρού Κυριάκου Ξυμητήρη, της συντρόφου του Μαριάννας Μ. και της Δημητρας Ζ.), το ταξίδι, οι επαφές, η αναζήτηση του διαμερίσματος, η διαχείριση των κλειδιών, οι επισκέψεις με καλυμμένα χαρακτηριστικά, τα διαγράμματα, τα κινητά τηλέφωνα: όλα αυτά η εισαγγελέας τα παρουσιάζει σαν κρίκους που δεν είναι δυνατόν παρά να συγκροτούν μια αλυσίδα ενοχής, αποκλείοντας κάθε περιστασιακή εξήγηση.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικός για τη σκέψη της ήταν ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποίησε τις διαπροσωπικές σχέσεις. Η φράση περίπου ότι, μέσα σε μια σχέση οικειότητας, αλληλεγγύης και συντροφικότητας, είναι «αδιανόητο» να εμφιλοχώρησαν ψέματα ή κρυμμένες αλήθειες, ήταν ένα αποφασιστικό λογικό άλμα: η εγγύτητα γίνεται απόδειξη γνώσης. Δεν αποδεικνύεται η γνώση με ένα συγκεκριμένο υλικό εύρημα· συνάγεται από την ποιότητα της σχέσης. Έτσι, η φιλία και η πολιτική συνάφεια μετατρέπονται σε αποδεικτικό εργαλείο. Πρόκειται δηλαδή για σχήμα έντονα αξιολογικό και όχι αμιγώς πραγματολογικό.
Το ίδιο συμβαίνει και με τον χώρο – τόπο. Η επιλογή του διαμερίσματος φορτίζεται υπέρμετρα με σημασία. Η παλιά πολυκατοικία «σε μια πρώην αστική και σήμερα λαϊκή συνοικία», όπως είπε, η εγγύτητα σε κεντρικές οδικές αρτηρίες, η γειτνίαση με αστυνομικές και άλλες κρατικές δομές, όλα συναρμολογούνται σε μια εικόνα «ιδανικού κρησφύγετου». Η εισαγγελέας θέλησε να αποδείξει ότι επελέγη ακριβώς επειδή εξυπηρετούσε επιχειρησιακό σχέδιο με κάποιον κρατικό ή άλλο στόχο υψηλής σημασίας. Ενώ ο στόχος παραμένει κάτι που έχει μείνει στη σφαίρα του υποθετικού, η γεωγραφία της πόλης προτείνεται ως υποκατάστατο της άμεσης απόδειξης.
Ακόμα πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά της στη χρήση τηλεφώνων, των «επιχειρησιακών τηλεφώνων», όπως τα χαρακτήρισε. Από τη στιγμή που εντοπίζονται «ορφανές» γραμμές ή επαφές, η εισαγγελέας δεν μένει στην αβεβαιότητα, αλλά οικοδομεί πάνω της. Ή ύπαρξη ή ανυπαρξία ατόμων μετατρέπονται σε «άγνωστους αποδέκτες». Τα ίδια τα κινητά γίνονται τεκμήριο ύπαρξης και άλλων προσώπων. Άρα, είπε η εισαγγελέας, δεν ήταν απλώς τριμελής αλλά πολυπρόσωπη ομάδα. Η φράση που χρησιμοποιούσε, «στη δική μου συνείδηση έπαιξαν κομβικό ρόλο», είναι, από αυτή την άποψη, πολύ εύγλωττη. Δεν πρόκειται για τεχνική ή έστω προσπάθεια αντικειμενικής ανάγνωσης δεδομένων, αλλά για δήλωση προσωπικής πεποίθησης η οποία λειτουργεί σαν γέφυρα από την ένδειξη στο συμπέρασμα.
Στη συνέχεια, η εισαγγελέας προσωποποίησε απότομα την ευθύνη, αναδεικνύοντας τη Δήμητρα Ζ. σε «κυρίαρχο πρόσωπο». Όμως εκεί αναδείχθηκε η ανάγκη της εισαγγελικής πρότασης να βρεθεί ένας επιχειρησιακός νους, έστω χωρίς την κλασική μορφή αρχηγού. Η οριζόντια δομή που προηγουμένως περιγράφεται αφηρημένα, εδώ χρησιμοποιείται για να εφεύρει ένα κέντρο βάρους: το πρόγραμμα, τα ταξίδια από τη Βέρνη στην Αθήνα και πίσω, τα κλειδιά, οι κινήσεις, όλα αυτά, είπε η εισαγγελέας «οργανώνονται γύρω από τη δική της διαθεσιμότητα». Είναι σαν η εισαγγελέας να κινείται ταυτόχρονα σε δύο επίπεδα: θεωρητικά αποδέχεται την οριζόντια τρομοκρατική οργάνωση, πρακτικά όμως αναζητεί έναν άξονα επιχειρησιακής συνοχής.
Από τη δημιουργική ασάφεια, ξαφνικό πέρασμα στον σκληρό ρεαλισμό
Το πιο ενδιαφέρον όμως είναι ότι η ίδια αγόρευση, ενώ διευρύνει τόσο πολύ το πεδίο των ενοχοποιητικών συμπερασμάτων για τις δύο πρώτες κατηγορούμενες (Μαριάννα Μ. Και Δήμητρα Ζ.), γίνεται αισθητά πιο φειδωλή όταν φτάνει στους υπόλοιπους τρεις (Δημήτρη Π., Νίκο Ρωμανό και Α.Κ.). Εκεί ξαφνικά επανερχόμαστε στη σφαίρα της λογικής, αναλυτικής και επαγωγικής σκέψης, της εκτίμησης της πραγματικής αξίας των στοιχείων με βάση ένα πολύ αυστηρότερο μέτρο απόδειξης – και σωστά. Η σακούλα δεν είναι πια καθαρό ενοχοποιητικό εύρημα, αλλά αντικείμενο πολλαπλής χρήσης. Τα επιπλέον αταυτοποίητα αποτυπώματα αποδυναμώνουν την αρχική βεβαιότητα. Ένα καθημερινό αντικείμενο, όπως η πλαστική σακούλα απορριμμάτων, μπορεί να χρησιμοποιηθεί «για ειρηνικό ή για πολεμικό σκοπό». Οι ενδείξεις «δεν αναδείχθηκαν σε πλήρεις αποδείξεις».
Αυτή η στροφή δείχνει ότι η εισαγγελέας θέλει να διατηρήσει κάποια προσχήματα, να ισχυριστεί ότι δεν είναι φορέας μιας αδιάκριτης κατασταλτικής λογικής, αλλά ως λειτουργός που ξεχωρίζει πού θεωρεί ότι η αλυσίδα των ενδείξεων κλείνει και πού όχι.
Όμως, η αγόρευση βρίθει ηθικο-συναισθηματικών εκφράσεων δανεισμένων από τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης: «κρατήρας» (πώς γίνεται «κρατήρας» σε ένα διαμέρισμα 4ου ορόφου χωρίς να βρεθούν τα πάντα στο από κάτω διαμέρισμα;), «ισοπεδωμένο διαμέρισμα», άνθρωποι που έχασαν τη στέγη τους, ιδιοκτήτες που στερήθηκαν εισόδημα, ο διαχειριστής που επέδειξε αυταπάρνηση και κάλεσε το ασθενοφόρο για την βαριά τραυματισμένη Μαριάννα Μ. Αυτή η γλώσσα επιδιώκει να μεταφέρει τη συζήτηση από τη στενή στοιχειοθέτηση στην κοινωνική και ηθική απαξία της πράξης. Σε αυτό το σημείο, η εισαγγελέας δεν αρκείται να αποδείξει ότι υπήρξε κίνδυνος· επιδιώκει να κάνει το ακροατήριο να αισθανθεί το μέγεθος της διακινδύνευσης.
Σημασία έχουν και κάποια μικρά στοιχεία: το γέλιο της για τις μπερδεμένες σελίδες καθώς αναζητούσε στοιχεία για να επενδύσει τη συναισθηματική της αγόρευση, το ελαφρύ χτύπημα της κλειστής γροθιάς της στην έδρα, αλλά και μια ανεξήγητα επαναλαμβανόμενη (τέσσερις φορές τουλάχιστον) λεκτική αστοχία, που ανέφερε ότι τα αποτυπώματα (των Ν. Ρωμανού και Α.Κ.) βρέθηκαν «στο εσωτερικό» αντί στο εξωτερικό μέρος της σακούλας. Ίσως τέτοια μικρα σφάλματα, όπως και η μεταφορά εκρηκτικών που έγινε «μεταφορά ναρκωτικών» κατά λάθος, να πρόδιδαν κάποιες σκέψεις ή να ήταν απόρροια μιας ρουτίνας.
***
Για όλα τα παραπάνω, η αγόρευση της εισαγγελέα Αλεξάνδρας Πίσχοινα δεν μπορεί να θεωρηθεί παρά ως μια απόπειρα να εμφανιστεί η ενοχή των δύο (Μαριάννας και Δήμητρας) ως το μόνο λογικό συμπέρασμα, ενισχύοντας, ταυτόχρονα, την αξιοπιστία της ίδιας της εισαγγελικής κρίσης μέσω της – αυτονόητης και προφανούς – απαλλακτικής πρότασης για τους άλλους τρεις (Δημήτρη Π., Νίκο Ρωμανό και Α.Κ.).
Αυτό, τελικά, είναι και το βασικό της ρητορικό επίτευγμα: να παρουσιάσει μια εξόχως επεκτατική ανάγνωση του 187Α ως μια θέση ισορροπημένη.