Και μετά θάνατον δολοφονία χαρακτήρα

Αρχική δημοσίευση: Και μετά θάνατον δολοφονία χαρακτήρα - omniatv

Η δίκη των αστυνομικών που κατηγορούνται για τον βασανισμό του Βασίλη Μάγγου, συνεχίζεται σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο στην Καρδίτσα, με εξέταση μαρτύρων, μεταξύ των οποίων και η μητέρα του Βασίλη Μάγγου.

Στις δύο προηγούμενες δικασίμους εξετάστηκε ως μάρτυρας ο Γιάννης Μάγγος, πατέρας του θύματος.

Το ρεπορτάζ μας από την πρώτη μέρα της κατάθεσης του Γιάννη Μάγγου στις 7 Μαΐου 2026, μπορείτε να το διαβάσετε εδώ. Ήδη από εκείνη την ημέρα, παρότι δεν είχε έρθει η σειρά των υπερασπιστών να υποβάλουν ερωτήσεις στον μάρτυρα, είχε φανεί η μέθοδος της υπεράσπισης από το γεγονός ότι οι δικηγόροι αντιτάχθηκαν εξαρχής σθεναρά στην δημοσιογραφική κάλυψη της δίκης.

Κατάθεση Γιάννη Μάγγου: «Είναι αμετανόητοι και αδίστακτοι»

Στις 14 Μαΐου 2026 οι συνήγοροι της υπεράσπισης είχαν στη διάθεσή τους τον πατέρα του Βασίλη Μάγγου για να υποβάλουν τις ερωτήσεις τους, πράγμα που έκαναν από τις 10 περίπου το πρωί μέχρι τις 6 και μισή το απόγευμα, με ένα διάλειμμα μιας ώρας και είκοσι λεπτών το μεσημέρι.

Αυτό όμως που έγινε στην αίθουσα της Καρδίτσας δεν ήταν μια, έστω και πολύωρη, εξέταση μάρτυρα, αλλά μια διαρκής και επιθετική επίδειξη ισχύος από μια ομάδα που επιδίωκε να έχει τον έλεγχο της διαδικασίας. Κι αυτή η συμπεριφορά εκδηλωνόταν τόσο απέναντι στον πατέρα που κατέθετε για όσα του είπε το παιδί του, για όσα είδε στο σώμα του και για όσα ακολούθησαν μέχρι τον θάνατό του, όσο και απέναντι στην πρόεδρο, τις συνέδρους και την εισαγγελέα της έδρας.

«Υπεράσπιση» διά της δολοφονίας χαρακτήρα του θύματος

Το σώμα των υπερασπιστών επιδόθηκε στη, δυστυχώς γνωστή κι από άλλες υποθέσεις, τακτική της σκύλευσης χαρακτήρα ενός νεκρού, εκμεταλλευόμενο το γεγονός ότι ο Βασίλης Μάγγος, που πέθανε λίγο μετά τα επίδικα γεγονότα, δεν έχει πια τη δυνατότητα να σταθεί απέναντί τους, επί ίσοις όροις, και να τους διαψεύσει.

Η υπεράσπιση έχει κερδίσει επίσης μια θέση υπεροχής στη διαδικασία, αφού δεν έγινε δεκτό από το δικαστήριο το αίτημα να παρίστανται ως υποστηρίζοντες την κατηγορία οι γονείς του θύματος. Και εκμεταλλεύτηκε αυτή τη θέση, επιδιδόμενη σε συντονισμένες τακτικές αποπροσανατολισμού, προσβολών, λήψης του ζητουμένου, καταφυγής στο «ναι αλλά για το τάδε δε λέτε», το κοινά λεγόμενο «whataboutism», απαίτησης δήλωσης πολιτικών φρονημάτων και εντέλει προσωπικής επίθεσης κατά ενός πατέρα που στάθηκε υπομονετικά απέναντι σε όλα αυτά τα τεχνάσματα και κατέθεσε για όσα του είπε το παιδί του, για όσα ο ίδιος είδε στο σώμα του και για όσα ακολούθησαν από τον βασανισμό του Βασίλη Μάγγου μέχρι τον θάνατό του.

Οι κυνηγοί και το θήραμα

Η εικόνα της αίθουσας έχει κι αυτή τη δική της σημασία.

Από τη μία πλευρά, ένα σφιχτό σύνολο ανδρών συνηγόρων υπεράσπισης, με υπεροπτικό ύφος και εύκολη καταφυγή σε ανεβασμένους τόνους, με τον Βασίλη Καπερνάρο προεξάρχοντα του χορού να δίνει τον τόνο μιλώντας δυνατά, εκτός μικροφώνου ώστε να μη καταγράφεται στα πρακτικά αλλά χωρίς να τον απασχολεί αν ακούγεται ή όχι. Από την άλλη, η σύνθεση της έδρας: τακτικές δικάστριες, ένορκες και εισαγγελέας, όλες γυναίκες. Προφανώς το έμφυλο στοιχείο δεν καθορίζει το πλαίσιο εξουσίας ενός δικαστηρίου, το οποίο μπορεί πάντα να πάρει τις πιο άδικες αποφάσεις χωρίς να λογοδοτεί σε κανέναν, αρκεί να έχει επιλέξει τις κατάλληλες διατυπώσεις από τους διαθέσιμους νόμους και τη σχετική νομολογία. Όμως η δυναμική αυτή ήταν παρούσα ανάμεσα σε ένα εμφανώς υπεροπτικό ύφος από τους συνηγόρους και στον κόπο που έπρεπε να καταβάλει η έδρα για να περιορίσει τα – πολλές φορές εν χορώ – σχόλια και μουρμουρητά από το σύνολο των υπερασπιστών την ώρα που συνάδελφοί τους υπέβαλαν ερωτήσεις στον μάρτυρα.

Σε πολλά σημεία, οι συνήγοροι λειτούργησαν σαν ομάδα κυνηγών που έχει περικυκλώσει το θήραμά της: διέκοπταν, σχολίαζαν ο ένας πάνω στον άλλον, μιλούσαν από τα έδρανα, πίεζαν την πρόεδρο και την εισαγγελέα, αμφισβητούσαν τον τρόπο διεύθυνσης της διαδικασίας και, κυρίως, επιχείρησαν να εξαντλήσουν τον μάρτυρα μέσα από μια επαναλαμβανόμενη επίθεση στην αξιοπιστία του ίδιου και τον χαρακτήρα του νεκρού παιδιού του.

Οι συνήγοροι των αστυνομικών έδειξαν την κυριαρχία τους στην αίθουσα και συμβολικά, πιάνοντας, από κάποια ώρα και μετά και έδρανα από την κενή πλευρά της υποστήριξης κατηγορίας, προκειμένου και από εκεί να σχολιάζουν τον μάρτυρα ενώ κατέθετε. Στερεοφωνικά.

Οι «διασυρμένοι»

Στο ξεκίνημα της δικασίμου, τέθηκε – και από την εισαγγελέα της έδρας – ζήτημα να κληθούν γιατροί, οι οποίοι τελικά κλητεύθηκαν και θα καταθέσουν. Οι συνήγοροι της υπεράσπισης αναφέρθηκαν (όπως και για άλλο θέμα στην προηγούμενη δικάσιμο) σε «παράλειψη της πολιτείας» και «κενά της προανάκρισης». Ο Βασίλης Καπερνάρος υποστήριξε ότι «όσα δεν έγιναν προανακριτικά δεν θα τα υποστούν οι κατηγορούμενοι», μιλώντας για ανθρώπους που «σύρονται και διασύρονται», μετατοπίζοντας έτσι τη συζήτηση από τα γεγονότα για τα οποία δικάζονται οι αστυνομικοί, στο υποτιθέμενο βάρος που υφίστανται ως κατηγορούμενοι.

Όταν ο Γιάννης Μάγγος επανήλθε στο βήμα, η πρόεδρος θέλησε να κάνει μερικές ακόμα ερωτήσεις προς τον μάρτυρα. Ο συνήγορος Σινέλλης, χωρίς να τον ρωτήσει ή να τον έχει διακόψει κανείς, δήλωσε έντονα «όσες θέλετε, κυρία πρόεδρε, όσες θέλετε», σε τόνο που δεν λειτουργούσε απλώς ως συγκατάθεση αλλά ως επιδεικτική δήλωση παρουσίας. Λίγο αργότερα, όταν ο μάρτυρας ανέφερε ότι στην προηγούμενη δικάσιμο παρενοχλήθηκε από διακοπές, ο ίδιος συνήγορος το επιβεβαίωσε διακόπτοντας και επιχείρησε να μετατρέψει την παρατήρηση σε μομφή: «Άρα, να καταγραφεί, ότι λέει ότι η πρόεδρος δεν έκανε καλά τη διαδικασία».

Η ίδια τακτική επαναλήφθηκε με τις φωτογραφίες που προσκόμισε ο Γιάννης Μάγγος από τη νοσηλεία του Βασίλη. Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τις τράβηξε ο ίδιος με το κινητό του και ότι είναι από τις ημέρες που ο γιος του βρισκόταν στο νοσοκομείο. Η υπεράσπιση αντέδρασε συλλογικά. Ζητήθηκε να εξεταστεί αν έχουν βέβαιη χρονολογία. Ο συνήγορος Σινέλλης, με ένταση, μίλησε για «βάσιμες υπόνοιες ότι δεν προέρχονται από τη νοσηλεία», υποστηρίζοντας ότι ο Βασίλης φαίνεται «καταφανώς νεότερος» στις φωτογραφίες. Ο συνήγορος Καπερνάρος διαμαρτυρήθηκε ότι «εμφανίζονται μετά από 4-5 χρόνια» και ρώτησε γιατί δεν είχαν μπει νωρίτερα στη δικογραφία, ώστε η υπεράσπιση να τις δείξει σε τεχνικούς συμβούλους. Μέσα σε αυτό το κλίμα, ο Γιάννης Μάγγος απάντησε: «Με απόλυτη σιγουριά. Εγώ τις τράβηξα». Στη συνέχεια, όταν ρωτήθηκε για τις εκδορές που φαίνονται στις φωτογραφίες αυτές, περιέγραψε αυτό που του είχε πει και του είχε δείξει ο γιος του: ότι τον έσερναν με τα χέρια πίσω από την πλάτη προκειμένου να τον χτυπούν. «Σαδιστικά», είπε. «Η απόλυτη απόδειξη ότι βασάνιζαν το παιδί μας».

«Πρωταίτιος επεισοδίων»

Από εκεί και πέρα, η αντεξέταση πήρε όλο και πιο καθαρά τη μορφή επίθεσης στον χαρακτήρα του Βασίλη Μάγγου. Ο συνήγορος Σινέλλης άρχισε να επιδεικνύει άσχετες φωτογραφίες από την κινητοποίηση στην ΑΓΕΤ την προηγούμενη μέρα και να ρωτά αν ο Βασίλης συμμετείχε στα επεισόδια, αν κρατούσε κοντάρι, αν επιτέθηκε σε αστυνομικούς. «Θα τα μάθετε αυτά. Θα τα δείτε», είπε προς τον πατέρα υπεροπτικά. Όταν ο Γιάννης Μάγγος απάντησε ότι δεν αρνείται πως ο γιος του συμμετείχε στην κινητοποίηση αλλά δεν γνωρίζει τις λεπτομέρειες, ο συνήγορος περιέγραψε τον Βασίλη Μάγγο ως ένα εκ των «πρωταιτίων». Έτσι, ο συνήγορος Σινέλλης ουσιαστικά διευκόλυνε, χωρίς να το θέλει, τον Γιάννη Μάγγο να εξηγήσει: «Ξέρω ότι επειδή ήταν εκεί ο Βασίλης, εκδικητικά γι’ αυτό υπέστη βασανιστήρια».

Η υπεράσπιση εμφάνισε διάφορα παραπεμπτικά από άσχετες συλλήψεις του Βασίλη Μάγγου, λες και αυτό αλλάζει σε κάτι το γεγονός ότι βγήκε με σπασμένα πλευρά από τα χέρια των αστυνομικών τη συγκεκριμένη ημέρα.

Ο συνήγορος Σκαλίμης συνέχισε στην ίδια γραμμή, αλλά με έμφαση στις πολιτικές σχέσεις και στην κοινωνική παρουσία της οικογένειας. Ρώτησε τον Γιάννη Μάγγο αν είναι και ο ίδιος «κοινωνικός αγωνιστής». Ο μάρτυρας αντέδρασε αμέσως: «Τώρα τι είναι αυτά; Κοινωνικά φρονήματα;». Ο ίδιος συνήγορος επανήλθε με φωτογραφίες από εκδηλώσεις, αφίσες, λεζάντες και συνθήματα, ρωτώντας τι σημαίνει «αστική δικαιοσύνη» και ποιοι είναι οι άνθρωποι που συμμετείχαν σε αυτές τις εκδηλώσεις. Όταν η πρόεδρος προσπάθησε να περιορίσει τις ερωτήσεις, επισημαίνοντας ότι δεν σχετίζονται άμεσα με το αντικείμενο, ο συνήγορος επέμενε: «Όλα ξεκινάνε από κάπου».

Εκεί ο Γιάννης Μάγγος συνόψισε την ουσία της μεθόδου της υπεράσπισης: «Είναι ακριβώς αυτό που λέω. Παρακολουθούν τα φρονήματα». Με άλλα λόγια, ο μηχανισμός του κινήτρου των κατηγορούμενων αστυνομικών εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια της έδρας από την υπεράσπισή τους: ερωτήσεις για τον αναρχισμό του Βασίλη, για το αν ο πατέρας του συμμερίζεται τις ιδέες του, για το πώς αποκαλεί τους αστυνομικούς, για το ποια πανό σηκώνονται σε εκδηλώσεις, για το αν οι διαθέσεις των συμμετεχόντων σε συνελεύσεις «δεν ήταν οι καλύτερες προς την αστυνομία».

Ο συνήγορος Καραγιάννης ακολούθησε κυρίως τη γραμμή της χρήσης ουσιών και της δήθεν άγνοιας του πατέρα. Επέμεινε στο αν ο Βασίλης είχε διακόψει ή όχι τη χρήση, αν οι γονείς έβλεπαν αλλαγές στη συμπεριφορά του, αν η χρήση ήταν άπαξ ή διαρκής. Ο Γιάννης Μάγγος απάντησε ξανά χωρίς να αρνηθεί την ευαλωτότητα του γιου του, αλλά χωρίς να αποδεχθεί τη δολοφονία χαρακτήρα: «Ποτέ δεν είδα το παιδί μου να είναι σε αυτή την κατάσταση, μέχρι τη μέρα που τον χτυπήσανε. Μετά τον έβλεπα να χάνεται».

Ο συνήγορος Βογιατζάκης εστίασε επίσης στη χρήση ουσιών και στην αιτία θανάτου, με τρόπο που πολλές φορές ξέφευγε από την εξέταση και προσλάμβανε χαρακτήρα ηθικής αποτίμησης. Διάβασε αποσπάσματα από ιατροδικαστικά και τοξικολογικά ευρήματα, αναφέροντας ότι «όλα τα βαριά(sic) ναρκωτικά βρέθηκαν» στον Βασίλη. Ο ίδιος συνήγορος παρουσίασε και τη δική του άποψη για τα ιατρικά ευρήματα, επιχειρώντας να μειώσει την εικόνα της χτυπημάτων στο σώμα του Βασίλη. Ρώτησε αν κρίθηκε ότι κινδύνευε η ζωή του, αν μπήκε στη ΜΕΘ, αν είχε χαμηλό οξυγόνο. Όταν ο μάρτυρας είπε ότι δεν μπορεί να απαντήσει σε ιατρικά ζητήματα, ο Βογιατζάκης αντέτεινε: «Μα τώρα πώς δεν μπορείτε!». Και όταν ο Γιάννης Μάγγος επέμεινε ότι ξέρει πως ο γιος του είχε σπασμένα πλευρά, ο συνήγορος απάντησε: «Θα το δούμε, μην είστε τόσο βέβαιος».

«Δεν ξέρατε πού είναι τα παιδιά σας»

Ο συνήγορος Κατσουλάκης, από την πλευρά του, κινήθηκε με ιδιαίτερα επιθετικό τρόπο γύρω από τις υποτιθέμενες αντιφάσεις της οικογένειας. Ρώτησε για το πού βρισκόταν το άλλο παιδί της οικογένειας, για το αν οι γονείς πράγματι είχαν πλήρη γνώση της ζωής του Βασίλη. Χρησιμοποίησε μάλιστα την έκφραση ότι το άλλο παιδί ήταν «έπεο πτερόεντο»(sic), και για τους γονείς «εξ όνυχος τον λέοντα», για να υπονοήσει ότι από επιμέρους στοιχεία αποδεικνύεται κάτι ευρύτερο για την οικογένεια. Όταν ο Γιάννης Μάγγος απαντούσε, ο συνήγορος τον διέκοπτε: «Εγώ ρωτάω, εσείς απαντάτε». Σε άλλο σημείο, σχολιάζοντας απαντήσεις του μάρτυρα, μίλησε ειρωνικά για «μετάφραση όπως βολεύει, άλλα στα κρητικά, άλλα στα κερκυραϊκά κι άλλα στα γιαννιώτικα».

Η πιο καθαρή έκφραση της αγελαίας συμπεριφοράς ήταν οι συνεχείς παρεμβάσεις, σχόλια και μουρμουρητά από τα έδρανα της υπεράσπισης. Όταν ένας συνήγορος ρωτούσε, άλλοι σχολίαζαν από πίσω, συμπλήρωναν, γελούσαν ή πετούσαν φράσεις. Ο συνήγορος Καπερνάρος εμφανιζόταν συχνά ως άτυπος συντονιστής της υπεράσπισης, παρεμβαίνοντας ακόμη και όταν δεν είχε τον λόγο. Σε σημείο όπου ο μάρτυρας κατήγγειλε δολοφονία χαρακτήρα, από την πλευρά της υπεράσπισης ακούγονταν παρεμβάσεις του τύπου «το διαψεύδετε;». Σε άλλο σημείο, όταν τέθηκε το ζήτημα των πολιτικών κινήτρων και ο Γιάννης Μάγγος μίλησε για ρατσιστική μεταχείριση λόγω της ταυτότητας και της δράσης του Βασίλη, ακούστηκε από συνήγορο δίπλα στον Καπερνάρο η φράση «από τις ληστείες;», με τον συνήγορο Καπερνάρο να γελά.

Η συμπεριφορά αυτή δεν περιορίστηκε απέναντι στον μάρτυρα αλλά στράφηκε επανειλημμένα και εναντίον της έδρας. Όταν η πρόεδρος επενέβαινε για να θέσει όρια, οι συνήγοροι συχνά αντιδρούσαν, ζητούσαν να καταγραφούν πράγματα, αμφισβητούσαν την παρέμβασή της ή επέμεναν να συνεχίσουν.

«Εσείς τους λέτε μπάτσους;»

Ο συνήγορος Καπερνάρος, σε ερώτηση για το αν ο Γιάννης Μάγγος είναι αναρχικός, αντιπαρατέθηκε με την πρόεδρο όταν εκείνη επισήμανε ότι οι ιδεολογικές απόψεις είναι προσωπικά δεδομένα και ότι ο μάρτυρας έχει δικαίωμα να μην απαντήσει. «Δεν έχετε δικαίωμα να το πείτε αυτό», είπε προς την πρόεδρο. Και όταν η πρόεδρος επέμεινε ότι ο μάρτυρας μπορεί να μην απαντήσει αν δεν το επιθυμεί, ο συνήγορος ανέβασε την ένταση, υποδεικνύοντας στην πρόεδρο ότι η δίκη έχει και «εκπαιδευτικό χαρακτήρα».

Ο συγκεκριμένος φαινόταν να επιδιώκει να πειθαρχήσει και τον μάρτυρα και την έδρα. Όταν πήρε τον λόγο, ξεκίνησε δηλώνοντας με ύφος ανακριτή τι θα λάβει υπόψη και ποιες απαντήσεις θα δέχεται ή δεν θα δέχεται. Μεταπηδούσε από το ένα άσχετο θέμα στο άλλο, αναφερόμενος στην αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου που έχει υποβάλει η οικογένεια, στις πολιτικές πεποιθήσεις του Βασίλη, στο αν ο πατέρας του λέει τους αστυνομικούς «μπάτσους», στο αν η δημόσια καταγγελία του Βασίλη ήταν «καλά συντεταγμένη», στο γιατί δεν έγινε απ’ την αρχή καταγγελία κατά φυσικών προσώπων, στο γιατί δεν την έστειλε ο ίδιος ο Βασίλης «με έναν κούριερ στον εισαγγελέα». Η στόχευση προφανής: αφενός να παρουσιαστεί η οικογένεια ως οικονομικά ή πολιτικά υποκινούμενη, αφετέρου να εμφανιστεί η δημόσια καταγγελία του Βασίλη ως κείμενο που κάποιος άλλος του είχε υποβάλει και άρα δεν έχει την αξία μαρτυρίας.

Απέναντι σε όλα αυτά, ο Γιάννης Μάγγος δεν υποχώρησε. Δεν ακολούθησε τον ρυθμό των επιθέσεων, δεν υιοθέτησε το πεδίο που επιδίωκαν οι συνήγοροι, δεν παραιτήθηκε από τις βασικές του θέσεις. Όταν τον ρώτησαν γιατί ο Βασίλης είπε σε εκείνον και στη μητέρα του όσα συνέβησαν και δεν πήγε αμέσως στον εισαγγελέα, απάντησε: «Στον πατέρα και στη μάνα του θα το πει, πού να το πει, στους γείτονες;». Όταν τον πίεσαν για το αν ο Βασίλης ήταν χρήστης, είπε ότι ένας άνθρωπος που είναι εξαρτημένος είναι ευάλωτος, αλλά αυτό δεν αναιρεί τον βασανισμό του. Όταν επιχείρησαν να μετατρέψουν τη χρήση ουσιών σε καθολική εξήγηση για όλα, είπε: «Αυτό είναι δολοφονία χαρακτήρα». Όταν η ερώτηση έφτασε στο αν ο ίδιος έκανε αγώνα «για την καταπολέμηση των ναρκωτικών», απάντησε: «Θα διατηρήσω την ψυχραιμία μου. Έδωσα τεράστιο αγώνα. Τώρα να δώσω διαπιστευτήρια;».

Ο Γιάννης Μάγγος δεν έκρυψε κάτι από τα δύσκολα σημεία της ζωής του γιου του. Αρνήθηκε όμως να δεχτεί ότι όλα αυτά επιτρέπουν ή εξηγούν τον βασανισμό. Όταν η υπεράσπιση απαριθμούσε παλαιότερα περιστατικά για να πλήξει τον Βασίλη, επανέλαβε «Αυτά ενισχύουν την πεποίθησή μου ότι εξαιτίας όλων αυτών τον είχαν στο στόχαστρο». Με άλλα λόγια, το υλικό που η υπεράσπιση θεωρούσε ότι βάλλει κατά της αξιοπιστίας της καταγγελίας του Βασίλη Μάγγου, ο Γιάννης Μάγγος το ανέδειξε, ως απόδειξη για την εκδικητικότητα των αστυνομικών κατά του γιου του.

«Τηρώντας ισορροπίες»

Η πρόεδρος ανέφερε επανειλημμένα ότι προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες. Ζήτησε να μη σχολιάζουν οι συνήγοροι, να απαντά ο μάρτυρας χωρίς διακοπές, να τίθενται ερωτήσεις και να μη γίνονται αγορεύσεις. Προσπαθούσε να παρέμβει όταν οι ερωτήσεις απομακρύνονταν από το αντικείμενο, όταν αφορούσαν φρονήματα, όταν επαναλαμβάνονταν ξανά και ξανά οι ίδιες ή όταν η ένταση έπαιρνε διαστάσεις.

Σε μια στιγμή έντασης, όταν καταγγέλθηκε από το κοινό ότι ένας αστυνομικός (από τους δεκάδες που γεμίζουν την αίθουσα σε κάθε δικάσιμο) τράβηξε φωτογραφία, στην οποία ένας συνήγορος υπεράσπισης απάντησε με… αντι-καταγγελία για κάποια δήθεν υβριστική έκφραση από το κοινό, προκειμένου έτσι να προστατεύσει τον «φωτογράφο» αστυνομικό, η πρόεδρος αρκέστηκε να τονίσει ότι το δικαστήριο προσπαθεί να κρατήσει ισορροπίες και ζήτησε να γίνει σεβαστός ο μάρτυρας.

***

Η υπεράσπιση, κάθε υπεράσπιση, κάθε κατηγορουμένου, έχει ασφαλώς δικαίωμα σε αυστηρή αντεξέταση. Αυτό όμως που συμβαίνει στη δικαστική αίθουσα της Καρδίτσας είναι κάτι άλλο. Η δολοφονία χαρακτήρα του θύματος και του μάρτυρα και οι συντονισμένες ομαδικές επιθέσεις με σκοπό την εξάντληση, καθώς και η επίμονη προσπάθεια δημιουργίας έντασης ώστε αυτή να γίνει μετά εκμεταλλεύσιμη, θα έπρεπε να προσελκύσουν το ενδιαφέρον των πειθαρχικών συμβουλίων των οικείων δικηγορικών συλλόγων. Άλλωστε τα πρακτικά των δικαστηρίων τηρούνται πλέον με σύστημα ηχογράφησης και απομαγνητοφώνησης.

Το βασικό συμπέρασμα από τη διήμερη κατάθεση του Γιάννη Μάγγου, ήταν ότι άντεξε. Άντεξε τις ερωτήσεις για το παιδί του ως χρήστη, ως τάχα κατηγορούμενο, ως άνθρωπο που δήθεν δεν έπρεπε να γίνει πιστευτός. Άντεξε τις ειρωνείες, τις φωνές, τις απόπειρες να εμφανιστεί ως πατέρας που δεν ήξερε, δεν θυμόταν, δεν καταλάβαινε ή εργαλειοποιούσε τον θάνατο του γιου του. Και μέσα σε αυτή τη συνθήκη, υπενθύμιζε διαρκώς την ουσία της υπόθεσης. Ότι ο Βασίλης Μάγγος χτυπήθηκε, βασανίστηκε, έφυγε από την αστυνομική διεύθυνση διαλυμένος και, από εκεί και πέρα, «άρχισε να χάνεται».


Η δίκη συνεχίζεται σήμερα, Τρίτη 26 Μαΐου 2026 και οι επόμενες δικάσιμοι έχουν οριστεί για τις 4, 11, 17, 20 και (Σάββατο) 23 Ιουνίου 2026.